εχινόδερμα

(echinoderma). Φύλο ασπόνδυλων ζώων αποκλειστικά θαλάσσιων, με ποικίλη εξωτερική μορφή. Τα ενήλικα άτομα έχουν πεντακτινωτή συμμετρία, η οποία επιτρέπει την εσωτερική διαίρεση του ζώου σε πέντε τμήματα κατά τους κύριους άξονες του σώματος. Η πεντακτινωτή συμμετρία προκύπτει δευτερογενώς από την αρχική αμφίπλευρη συμμετρία των προνυμφών και καμιά φορά μεταπίπτει πάλι, τριτογενώς, στην αμφίπλευρη συμμετρία, για παράδειγμα, ακανόνιστοι αχίνοι. Κάτω από την επιδερμίδα, τα ε. έχουν έναν μεσοδερμικό εξωσκελετό από ασβεστολιθικά οστάρια. Αυτός στηρίζει το σώμα και τους σχηματισμούς που προεξέχουν, όπως είναι τα αγκάθια και άλλα εξαρτήματα. Τo υδροφορικό σύστημα είναι τυπικό στα ε. και χρησιμεύει στο να γεμίζει με θαλασσινό νερό τα ειδικά εξωτερικά εξαρτήματα, τα oποία καλούνται βαδιστικοί ποδίσκοι και προορίζονται για τη μετακίνηση του ζώου. Το νερό μπαίνει από ένα ραχιαίο ηθμοειδές οστάριο (μητροπόρος πλάκα) στον λεγόμενο πετρώδη σωλήνα, ο οποίος φέρει το νερό στον κυκλικό σωλήνα. Αυτόςπεριβάλλει τον οισοφάγο και επικοινωνεί με τόσους ακτινωτούς σωλήνες (βραχιόνιοι αγωγοί) όσα είναι τα τμήματα της συμμετρίας του ζώου. Στους βραχιόνιους αγωγούς υπάρχουν στη σειρά και σε διακλάδωση άλλοι σωληνίσκοι, εφοδιασμένοι στη βάση με ένα κυστίδιο που συστέλλεται και οδηγεί σε έναν τυφλό βαδιστικό ποδίσκο. Όταν το νερό ωθείται στους σωληνίσκους, οι βαδιστικοί ποδίσκοι εκτελούν τη λειτουργία της κίνησης ή συλλαμβάνουν την τροφή. Τα ε. είναι σαρκοφάγα και τρέφονται με μαλάκια, καρκινοειδή και ψάρια· το στόμα ορισμένων ειδών διαθέτει μασητικά όργανα, ενώ στον πεπτικό σωλήνα υπάρχουν αδένες που εκκρίνουν πεπτικά υγρά. Τα ε. αναπνέουν με την επιφάνεια του σώματος και των ποδίσκων. Το εντερικό τους σύστημα αποτελείται από έναν περιοισοφαγικό νευρικό κλοιό από τα γάγγλια του οποίου αρχίζουν, κατευθυνόμενα προς τα διάφορα τμήματα του σώματος, τα βραχιόνια νεύρα. Τα φύλα είναι σχεδόν πάντοτε χωριστά· η αναπαραγωγή γίνεται με αβγά· η εξέλιξή τους πραγματοποιείται με πολύπλοκες μεταμορφώσεις, ξεκινώντας από ιδιαίτερες προνυμφικές μορφές με αμφίπλευρη συμμετρία, που χαρακτηρίζονται με ποικίλες ονομασίες (πλουτέας, διπτερυγοφόροςπρονύμφη,λοβοφόρος προνύμφη κλπ.). Μερικά ε., όπως τα αστεροειδή, είναι ικανά να αποκόπτονται, συχνά και μόνα τους, σε δύο ή τρία κομμάτια, το καθένα από τα οποία αναγεννά τα όργανα. Τα ε. διαιρούνται στις παρακάτω έξι ομοταξίες: Εχινοειδή. Εδώ ανήκουν οι κοινοί αχινοί. Έχουν γενικά σφαιρικό σχήμα και o σκελετός τους αποτελείται από πολλά μικρά ασβεστολιθικά οστάρια ενωμένα μεταξύ τους, τα οποία περικλείουν και προστατεύουν το σώμα του ζώου. Τα οστάρια αυτά διατάσσονται σε δέκα διπλές γραμμές. Πέντε ζεύγη γραμμών αποτελούνται από οστάρια διάτρητα, από τις οπές των οποίων εξέρχονται βαδιστικοί ποδίσκοι (βαδιστικά ή υδροφόρα οστάρια) και πέντε ζεύγη είναι αδιάτρητα και φέρουν εξογκώματα, πάνω στα οποία αρθρώνονται τα αγκάθια (μεσοβαδιστικά ή μεσοϋδροφόρα οστάρια). Οι σειρές των οσταρίων αυτών εναλλάσσονται μεταξύ τους. Πολλά ε. διαθέτουν μία πολύπλοκη μασητική συσκευή από πέντε ασβεστολιθικές σιαγόνες με πέντε οδόντες, που αποκαλείται λύχνος του Αριστοτέλη. Αστεροειδή. Οι βραχίονές τους (συνήθως πέντε) έχουν μία σχισμή από την οποία βγαίνουν οι βαδιστικοί ποδίσκοι. Το στόμα τους βρίσκεται στην κοιλιακή περιοχή· ο σκελετός αποτελείται από κινητά οστάρια, τα οποία επιτρέπουν στο ζώο να αναδιπλώνει τους βραχίονες. Οφιουροειδή. Έχουν σχήμα αστέρα και σώμα σε μορφή δίσκου, από το οποίο ξεκινούν πέντε βραχίονες λεπτοί, κυλινδρικοί και πολύ εύκαμπτοι. Οι βραχίονες αυτοί δεν διαθέτουν υδροφόρα σχισμή και ποδίσκους, αλλά είναι απλώς αισθητήρια εξαρτήματα αφής. Περιέχουν οστάρια αρθρωτά μεταξύ τους και σε μερικά είδη φέρουν αγκάθια όμοια με εκείνα των αστεροειδών. Ολοθουροειδή. Έχουν επίμηκες σώμα, ενώ το στόμα βρίσκεται στο μπροστινό τμήμα και περιβάλλεται από 8-30 στοματικές κεραίες. Οι ποδίσκοι σχηματίζουν πέντε γραμμές που διατρέχουν το σώμα κατά τον επιμήκη άξονά του. Στο εσωτερικό του δέρματος είναι διασπαρμένα πολλά ασβεστολιθικά οστάρια χωρίς σύνδεση μεταξύ τους. Έτσι το σώμα παραμένει αρκετά μαλακό και εύκαμπτο. Κρινοειδή. Έχουν καλυκοειδές σώμα, πολύ μικρό σε σύγκριση με τους μακρείς και λεπτούς πέντε βραχίονες, απ’ όπου ξεκινούν λεπτές αποφύσεις, που θυμίζουν φτερό ή φύλλα φοίνικα. Μερικά είδη ζουν στερεωμένα στον βυθό με έναν μακρύ μίσχο (εδραία), ενώ άλλα είναι κινητά. Πολλά κρινοειδή είναι απολιθωμένα. Ομοκεντροκυκλοειδή. Αινιγματική ομοταξία ε. που ανακαλύφθηκε το 1986 σε βάθος 1.000 μ. στα ανοιχτά της Νέας Ζηλανδίας. Η ομοταξία αυτή περιλαμβάνει ένα μόνο γένος, το Xyloplax, με δύο είδη. Το σώμα τους μοιάζει με δίσκο που περιβάλλεται από αγκάθια, ενώ δεν υπάρχουν βραχίονες ή πεπτικός σωλήνας. Υπάρχουν ενδείξεις για συγγένεια αυτής της ομοταξίας με τα αστεροειδή. Άλλες δύο ομοταξίες των ε., που περιλαμβάνουν μόνο απολιθωμένους αντιπροσώπους, είναι τα ομαλοειδή και τα βλαστοειδή. Τα εχινόδερμα, θαλάσσια ζώα, διαφέρουν πολύ μεταξύ τους στη μορφή. Είναι όλα ασπόνδυλα και χωρίζονται σε έξι ομοταξίες. Στη φωτογραφία, oφιουροειδές (Astroshartus mediterraneus). Εχινόδερμο της ομοταξίας των ολοθουροειδών (Cucumaria planci). Απολίθωμα εχινόδερμου της ομοταξίας των κρινοειδών. Χαρακτηριστικό εχινόδερμο που ανήκει στην ομοταξία των εχινοειδών (Shaerechinus granularis). Χαρακτηριστικό αστεροειδές (Αsterina gibbosa). Τα εχινόδερμα που ανήκουν στην ομοταξία των κρινοειδών έχουν καλυκοειδές σώμα, πολύ μικρό σε σύγκριση με τους μακρείς και πολύ λεπτούς πέντε βραχίονες, απ’ όπου ξεκινούν λεπτές αποφύσεις που θυμίζουν φτερό ή τα φύλλα του φοίνικα.
* * *
τα
ζωολ. φύλο θαλάσιων ασπονδύλων.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ζώο — Έμψυχο που διακρίνεται από το φυτό συνήθως με τους εξής χαρακτήρες: παρουσιάζει ερεθιστικότητα, που του επιτρέπει να αντιδρά με ταχύτητα στα διάφορα ερεθίσματα, και κινητικότητα, λειτουργίες που οφείλονται στην παρουσία ενός εκτεταμένου νευρικού… …   Dictionary of Greek

  • ολοθουρία — (holothurius). θαλάσσιο εχινόδερμα της τάξης των ασπιδοχειρωτών της ομοταξίας των ολοθουροειδών. Με το κυλινδρικό σχήμα του σώματος και το ατρακτοειδές σχήμα των άκρων τους, πολλά είδη ο. ονομάζονται συνήθως αγγούρια της θάλασσας. Εξωτερικά, η ο …   Dictionary of Greek

  • Echinoderm — Temporal range: Cambrian–recent …   Wikipedia

  • αναπνοή — Γενική βιολογική διαδικασία με την οποία οι ζώντες οργανισμοί παίρνουν από το περιβάλλον οξυγόνο και αποδίδουν διοξείδιο του άνθρακα. Το οξυγόνο είναι απαραίτητο στις οξειδωτικές εξεργασίες που βρίσκονται στη βάση όλων των εκδηλώσεων της ζωής,… …   Dictionary of Greek

  • απολίθωμα — Οι ζωικοί ή φυτικοί οργανισμοί ή μέρη τους που έζησαν στο παρελθόν, περικλείστηκαν μέσα σε ιζηματογενείς αποθέσεις του φλοιού της Γης και διατηρήθηκαν μέχρι σήμερα. Η επιστήμη που μελετά τα α. λέγεται παλαιοντολογία. Η διατήρησή τους… …   Dictionary of Greek

  • αχινός — Κοινή ονομασία διαφόρων εχινοδέρμων της ομοταξίας των εχινοειδών, της τάξης των εχινιδών. Τα ζώα αυτά, που είναι γνωστά όχι μόνο για τα μακριά και κινητά αγκάθια με τα οποία είναι εφοδιασμένος ο μεσοδερμικός ασβεστολιθικός σκελετός τους, αλλά και …   Dictionary of Greek

  • γεωλογία — Επιστήμη που μελετά την εξελικτική ιστορία της Γης και την υλική σύσταση των δυνάμεων που την διαμόρφωσαν. Αναλυτικότερα, η γ. εξετάζει τα διαδοχικά στάδια εξέλιξης του πλανήτη μας, τους διάφορους παράγοντες που επέδρασαν στη διαμόρφωση της… …   Dictionary of Greek

  • δευτεροστόμια — Οργανισμοί στους οποίους ο βλαστιδιοπόρος που σχηματίζεται μετά τη γαστριδίωση προορίζεται για να λειτουργεί ως έξοδος του πεπτικού σωλήνα (έδρα). Το στόμα ανοίγει δευτερογενώς σε θέση περίπου αντιδιαμετρική της έδρας. * * * τα κοιλωματικά… …   Dictionary of Greek

  • ζωογεωγραφία — Κλάδος της ζωολογίας που ασχολείται με την κατανομή των ζώων στην επιφάνεια της Γης και στα νερά. Για τις έρευνές της, η ζ. συνεργάζεται με άλλες επιστήμες, όπως με τη φυσική γεωγραφία (με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το κλίμα, την ωκεανογραφία, την… …   Dictionary of Greek

  • κυστοειδής — και κυοτεοειδής, ές 1. αυτός που μοιάζει με κύστη 2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) (παλαιοντ.) τα κυστοειδή μεγάλη απολιθωμένη ομάδα πρωτόγονων θαλάσσιων ζώων που ανήκουν στα εχινόδερμα. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. cystoid < αγγλ. cyst (< …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.